ευπλεκής

εὐπλεκής, -ές και επικ. τ. ἐϋπλεκής, -ές (Α)
1. ο πλεγμένος καλά, αυτός που έχει καλό πλέγμα
2. (για άρμα) αυτός που έχει τις πλευρές καλά πλεγμένες
3. (μτφ. για λόγο, ποίημα κ.λπ.) αυτός που έχει συντεθεί καλά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πλεκής (< πλέκος), πρβλ. νεο-πλεκής, συμ-πλεκής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπλεκῆ — ἐυπλεκής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐυπλεκής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐυπλεκής masc/fem acc sg (attic epic doric) εὐπλεκής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐπλεκής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπλεκέα — ἐυπλεκής neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐυπλεκής masc/fem acc sg (epic ionic) εὐπλεκής neut nom/voc/acc pl (epic ionic) εὐπλεκής masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπλεκές — ἐυπλεκής masc/fem voc sg ἐυπλεκής neut nom/voc/acc sg εὐπλεκής masc/fem voc sg εὐπλεκής neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπλεκέας — ἐυπλεκής masc/fem acc pl (epic ionic) εὐπλεκής masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπλεκέες — ἐυπλεκής masc/fem nom/voc pl (epic ionic) εὐπλεκής masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπλεκέσσι — ἐυπλεκής masc/fem/neut dat pl (epic) εὐπλεκής masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπλεκέων — ἐυπλεκής masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) εὐπλεκής masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυπλεκέας — ἐϋπλεκέας , ἐυπλεκής masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυπλεκέες — ἐϋπλεκέες , ἐυπλεκής masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυπλεκέεσσι — ἐϋπλεκέεσσι , ἐυπλεκής masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.